βλέπω

βλέπω
Grammatical information: v.
Meaning: `see, look, perceive', (Solon). S. Mugler, Terminologie optique.
Other forms: Aor. βλέψαι; late βέβλεφα βέβλοφα. Opt. ποτι-γλέποι (Alkman 23, 75).
Compounds: often with prep., ἀνα-, ἀντι-, ἀπο-. παραβλώψ (Il.), κυνοβλώψ H.
Derivatives: βλέψις (X.); βλεψίας a fish, κεφαλῖνος (Strömberg Fischnamen 42); βλέμμα `glance' (Att.); rare βλέπος `id.' (Ar., Schwyzer 512). - Expressive deverb.: βλεπάζοντες βλέποντες and βλεπετύζει βλέπει H., perh. for βλεπετίζει, cf. χρεμετίζει. - On βλέφαρον `eyelid' (Il.) s. below.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: γλέπω beside βλέπω like γλέφαρον beside βλέφαρον; the variation suggests a labiovelar gu- with irregular development, s. Schwyzer 298f.; v. Blumenthal Hesychst. 21, who points to Maced. γλέπου = βλέπω. Szemerényi, Studia Pagliaro 3, 1969, 236f: from -βλωψ from βάλλω and ὠπ-, `cast a glance'; improbable. It is possible that the verb and the noun βλέφαρον are unrelated; in that case the latter word may have been orig. *γλέφαρον and have influenced the verb. But it seems more probable that they were cognate, β\/γ and π\/φ pointing to a Pre-Gr. word (Fur. 389); but the first variation is rare. Pre-Greek had labio-velars which developed not always in the same way as the inherited equivalents. There is no etym. Perhaps Slav. glipati points to a (European) substratum.
Page in Frisk: 1,243

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλέπω — see pres subj act 1st sg βλέπω see pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέπω — βλέπω, είδα βλ. πίν. 110 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βλέπω — (AM βλέπω) 1. διαθέτω την αίσθηση της όρασης 2. έχω την ικανότητα να βλέπω 3. στρέφω το βλέμμα, κοιτάζω 4. προσέχω με το βλέμμα 5. προσέχω, είμαι προσεκτικός μήπως.. 6. προσέχω ν αποφύγω κάτι 7. εξετάζω 8. θαυμάζω, κοιτάζω με θαυμασμό 9. κατανοώ …   Dictionary of Greek

  • βλέπω — είδα (να δω, δες και ιδές), ειδώθηκα, ιδωμένος 1. παρατηρώ, κοιτάζω: Βλέπω ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. 2. μτφ., αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω: Τώρα βλέπω πόσο δίκιο είχε. 3. προσέχω, φυλάγω: Να βλέπεις το παιδί,ώσπου να γυρίσουμε. 4. είμαι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βλέπω — [вХэпо] р. видеть …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γλέπω — βλέπω* …   Dictionary of Greek

  • βλέπον — βλέπω see pres part act masc voc sg βλέπω see pres part act neut nom/voc/acc sg βλέπω see imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) βλέπω see imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέπετε — βλέπω see pres imperat act 2nd pl βλέπω see pres ind act 2nd pl βλέπω see imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέπῃ — βλέπω see pres subj mp 2nd sg βλέπω see pres ind mp 2nd sg βλέπω see pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέψαι — βλέπω see aor imperat mid 2nd sg βλέπω see aor inf act βλέψαῑ , βλέπω see aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλέψῃ — βλέπω see aor subj mid 2nd sg βλέπω see aor subj act 3rd sg βλέπω see fut ind mid 2nd sg βλέψηι , βλέψις act of sight fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.